Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017

ΣΑΦΑΡΙ


Κατόπιν εξανθήματος στη συνειδητότητά μου από ένα δώρο της γης, μια ταπεινή μυκοκεραία που με κάνει να κρύβομαι στο κρεβάτι σαν άρρωστος, ντροπαλός κάτω από το αμνιακό πάπλωμα, σε εμβρυακή στάση που προφυλάσσει από την κατάφωρη βόλτα του οφθαλμού εκεί έξω, σε γνωστά λημέρια που οι προπάτορες της γλώσσας αποφάσισαν να παραγράψουν, συμβαίνει και ανατινάσσονται οι πάγιες βεβαιότητες που δρομολογούν τη σκέψη και ξαφνικά έχω την ευκαιρία να διαβώ νέους διαδρόμους, έστω κι αν το σώμα προσποιείται το φόβο, η νόηση ανοίγει φτερούγα από τα σωθικά και ο Έρως ο Κοσμικός, εκείνου του Μυστικού Ετέρου ματώνει την καρδιά εν είδει αιματολογικής εξέτασης, από μια κλινική εποπτεία που πρυτανεύει στο ταβάνι των ουρανών.
Ξαφνικά αναθαρρεύω έστω κι αν η επίκληση της θνητότητας μαζεύει την ουρά μου, κι έτσι κινούμαι γοργά σαν ένα νοερό σαμιαμίδι κι έχω την ευκαιρία να διαγράψω βολές φυγής από την προπαρασκευασμένη σκέψη που αποστεωμένα επιβάλλει αγκυλώσεις πρώιμης γεροντικής ανίας. Γιατρέ, γιατρέ, η κλίνη δε με κρατεί· σηκώνω την κεφαλή κι ακούω τον κόκορα της τέρψης να λαλεί σε μια πρωία της συνειδητότητας που κοινός θνητός δε νοεί! Δεν έχω άλλο να κοιμηθώ, δεν έχω άλλο να αναμοχλεύσω το σώμα μου στις πτυχώσεις της αναποφασιστικότητας. Με αποφασιστική οπλή θα πηδήξω το σκοινάκι του ορίζοντα και θα δω πέρα από την εμβέλεια εκείνου που ο αιχμάλωτος νους αναπαριστά ως αλήθεια.
Πάρε για παράδειγμα την κατσαρίδα αυτήν που τρέχει έντρομη με το που ανοίγω το φως. Η κοινή λογική της ημερήσιας χαμέρπειας μας βάζει ανέμελα να την πατήσουμε δίχως να αντιληφθούμε ότι στην ουσία καταπατούμε ένα είδος αιωνιότητας. Τι είναι μια κατσαρίδα; λέμε. Δεν είναι παρά ένα βραχυπρόθεσμα έμβιο ον με ανυπόληπτους βιωματικούς αισθητήρες. Κι αγνοούμε την σχετικότητα που διέπει την πραγματικότητα κι ότι αυτή η κατσαρίδα ανήκει σε μια τεράστια γενεαλογία, επί της οποίας παίζεται το παιχνίδι των γονιδιακών ανασχηματισμών για χιλιάδες και χιλιάδες και χιλιάδες έτη. Φταίει η δική μας ατομική θνητότητα και η εσπευσμένη διάρκεια που όλο και διαμηνύει το επικείμενο τέλος· εξαιτίας της επιλέγουμε να δούμε τόσο απαξιώτικα βεβιασμένα τις τεράστιες βιωματικές διάρκειες που δε μας αφορούνε.  Κι εκτός αυτού, αν δε σου λέει κάτι η αιωνιότητα του βιολογικού αυτού είδους, σκέψου ακόμη πιο σχετικιστικά: ότι αυτή η κατσαρίδα βιώνει η ίδια τον εαυτό της με τη δική της αισθαντικότητα, το δικό της –έστω και ρομποτικό- λογισμό στην απλή σκακιέρα των τεσσάρων τετραγώνων της επιβίωσης, που κυμαίνεται σε μια χρονική κλίμακα διεσταλμένων στιγμών, για την οποία το ανθρώπινο έτος είναι ένας ασύλληπτος αιώνας. Πώς σκοτώνεις μια κατσαρίδα που βιώνει τη διάρκειά της με την ίδια ανυπομονησία και σπατάλη όπως βιώνεις εσύ τον αιώνα σου; Πώς τολμάς, όταν ακόμη χειρότερα, η κατσαρίδα αυτή ανήκει σε μια ειδολογική φατρία που αποτελεί κειμήλιο της αιωνιότητας ως μια πραγματικά ατελείωτη, ως προς την ίδια, φάση αναπαραγωγών, έστω κι αν η εξάλειψή της θα επέλθει σχεδόν την ίδια στιγμή με την γέννησή της, αν ιδωθεί στο ευρύτερο πλαίσιο των αιώνων φωτός, όπου εμφιλοχωρεί η επίσης «στιγμιαία» βιόσφαιρά μας; Όπως κι αν έχει, την σκοτώνω και εξακολουθώ να μη νιώθω την παραμικρή ενοχή καθώς είμαι ταγμένος στο ενδεχομενικό από φύση και δεν κάνω μεγάλη φασαρία για θέματα που απλώς συμβαίνουν.
Ήταν μια πραγματική επιφοίτηση όμως, το πώς μια κατσαρίδα αποτελεί την απόληξη ενός ολόκληρου Σύμπαντος, μια εμπειρική οροσειρά, που σύμφωνα με τα σχετικιστικά κριτήρια, κατέχει το ίδιο αξιόλογο συνειδέναι με αυτό που περιχαρακώνει το νευρικό σύστημα ενός αλόγου ή ενός ανθρώπου. Δεν έχει σημασία αν τα τετράγωνα της σκακιέρας της νοημοσύνης είναι τέσσερα ή χιλιάδες· σημασία έχει ότι η συνειδητότητα αποτελεί εκείνη τη στοιχειώδη μεταπήδηση από τετράγωνο σε τετράγωνο –τότε επικυρώνεται και τότε εκδηλώνει την όλη σημασία της· όλα τα υπόλοιπα είναι δομικοί μετασχηματισμοί που παρότι την ενισχύουν συνάμα την αποστασιοποιούν από το είναι της. Υπάρχει άραγε ένα βαθύ ασυνείδητο μίσος στον τρόπο που σκοτώνουμε μια κατσαρίδα ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο;
Ας μην ασχολούμαι πολύ με τέτοιες ποταπές παραστάσεις. Η ανάπαυση μπρος στο αναμμένο κερί και η σεπτότητα που ανακύπτει από τα νεφελώματα των ψευδών ταυτοποιήσεων της σκέψης, με αφήνει να δω –έστω για λίγο- σχισμές αχτίδων που αποδομούν τη συνοχή το κοσμοειδώλου και βλέπω τα ξεσπάσματα ενός ανεπίδεκτου ιδεαλισμού, ότι δήθεν η συνείδηση προϋπήρχε των έμβιων μορφών, ότι αυτή ουσιωδώς είναι ταυτόσημη με το ενέργημα εν γένει, ως ακριβώς τη ριζική ώση του εκάστοτε ενεργήματος που ξεκινάει πάντα ως πρωτογενής βούληση για ενσάρκωση των ανόργανων και οργανικών υλικών μεταπτώσεων –σημασία έχει το αυτοαναφορικό υπόστρωμα, η ροή του γίγνεσθαι ως αυτοαναφορική αλληλουχία. Κι αν έφτασε στην υπερ-καταγραφή των φαινομένων μέσω της ανθρώπινης νοημοσύνης, αυτό αποτελεί μια πιο επιτηδευμένη πλέξη της πληροφοριακής διανομής, σε ένα ακόμη πιο πολυσύνθετο νευρικό σύστημα ώστε να βρει ο οχετός των προβιολογικών δεδομένων την αποκατάστασή του στην ανθρώπινη έλλογη τάξη. Άρα η συνειδητότητα δεν είναι προνόμιο της υψηλής νοημοσύνης. Η, έστω στοιχειώδης, αυτοαναφορικότητα ή αισθαντικότητα της υπόστασης είναι πάντα υπαρκτή, αν και αφηρημένη, ακόμη και στις πιο απλοϊκές συνθέσεις, όπως είναι το νευρικό σύστημα μιας κατσαρίδας ή ενός σύγχρονου ρομποτικού εγκεφάλου. Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι πότε η Τεχνητή Νοημοσύνη θα φτάσει στο επίπεδο παραγωγής αυθόρμητα αυτοαναφορικής εμπειρίας από τις μηχανές αλλά πότε αυτές θα εγκολπώσουν την ήδη υπαρκτή συνειδητότητα σε ένα πιο αντιπροσωπευτικό, για την αυτοαναφορική της γητεία, επίπεδο καταγραφής, αναφοράς και επικοινωνίας. Δεν το κατάλαβες ακόμη; Ο υπολογιστής σου αλλά και το ρολόι σου, ακόμη και η χύτρα που ατμίζει δεν είναι παρά εκδηλώσεις στοιχειώδους αυτοαναφοράς –ορίστε υπάρχω τοιουτοτρόπως· κινούμαι σε αυτά τα σχηματικά πλαίσια, σε τέτοιες και τόσες αρθρώσεις… δεν μπορώ να αναμετρηθώ με τους πολύπλοκους σπόνδυλους της ανθρώπινης νοημοσύνης κι άρα το μόνο που μένει είναι να υπαχθώ ως χρησιμοθηρικό αντικείμενό της και να πάρω τη σημασία μου μέσω της ποιητικής απόδοσής της –είμαι μια χύτρα που μαγειρεύει την αλχημεία της θρέψης. Συμβαίνει το ίδιο, άραγε, και για την ανθρώπινη νοημοσύνη; Υπάγεται άραγε αυτή σε κάποιο ξεχωριστό οικοσύστημα υψηλότερων ενσυνείδητων εκδηλώσεων, από μια διαφορετική διάσταση δονήσεων της πραγματικότητας; Είναι άραγε μια συνεστίαση συναισθηματικών εκδηλώσεων, η τροφή για έναν υπερνοήμων μικρο-οργανισμό του υπερπέραντος που εδράζει με τα πιρούνια του πάνω σε αυτό το συμβάν; Θαρρείς το βλέμμα προσελκύεται από ένα φανταχτερό όραμα με οπάλ αποχρώσεις· σα να βλέπω με το μικροσκόπιο ένα εξωκοσμικό ακάρεα στο μαξιλάρι της ανθρώπινης νοημοσύνης, εκεί που το ασυνείδητο χάσκει, εκεί όπου εφάπτεται η οντότητα με τα οντολογικά της περιθώρια, όπου πολλαπλασιάζονται οι μορφικές πιθανότητες από την ελαστική ελευθερία του ένυλου σύμπαντος, ακόμη εγγύτερα στον πρωτογενή κραδασμό του αιθέρα –του ίδιου του αυτοαναφορικού χειροκροτήματος με τη μια παλάμη… Θαρρείς βλέπω οντότητες πιο παράλογες από τις δικές μας, απολύτως εξωλογικές με τη δική τους ημερήσια διάταξη, μολονότι κινούμαστε με την ομοιοκαταληξία της εκάστοτε παράλληλης ανά τις διαστάσεις δράσης…
Τι να πει κανείς για τον Κόσμο; Βγαίνω έξω και κοιτάζω ψυχορραγώντας τη διεύρυνση του σκότους, με την αστραφτερή διακόσμηση των άστρων που συσπειρώνονται στους ατμούς των λαμπρών νεφελωμάτων. Γαλαξίες και γαλαξίες και γαλαξίες, σα σμήνος από μορφοκλασματικές αναλύσεις φωτοεστιάσεων. Πυρακτωμένες μάζες που δροσίζουν το βλέφαρο ενόσω χάνεις το κεφάλι σου, τη στιγμή που προσπαθείς να ανταπεξέλθεις την αυτοκατάποση του πνεύματος από την ίδια του τη ρίζα που εντελώς παραπλανητικώς εμφανίζεται στην όψη ως η απώτερη σύλληψη της διεύρυνσης. Δεν κατέρχεσαι παρά από ένα και μοναδικό φωτόνιο, εκείνο το πρωτογενές σπέρμα του φαντασιακού ενεργήματος που θεμελιώνει την πτώση του συνειδέναι στον Κόσμο.
Σκέφτομαι τη θαυμαστή τοπογραφία του άπειρου σύμπαντος με τις πολυειδείς του διακλαδώσεις σε ολότητες πολλαπλάσιες του απείρου, οι οποίες καρφιτσώνουν την ολογραφική συνείδηση, που επισυμβαίνει οπουδήποτε αναδιπλώνεται το αυτοαναφορικό ενέργημα ως το οιοδήποτε συμβάν, σε μια θαυμαστή φυλακή της ενικής αυταπάτης που ενδίδει στις πολλαπλές πτυχώσεις της σαν αφελές παιδί: ότι ζω εγώ αντίκρυ στους άλλους και σε διαφοροποίηση από τον θόλο του περιβάλλοντος, και που υποφέρω τα παίγνια της επαναφοράς στο πρωτογενές συμβαίνειν. Εγώ ως μέλισσα, ως κουνούπι, ως τρυποκάρυδος νευρωτικός, ως δελφίνι με το βλέμμα που προσπαθεί να ειδοποιήσει για το βάθος εκείνου που εννοεί ερήμην μας, ως εξωγήινη οντότητα που υπερίπταται με τις εναέριες φούσκες του υπογάστριού της δίχως να υπάρχει λόγος για αεροδυναμικά φτερά, αλλά κι ως εξωδιαστατική οντότητα που θρέφεται από τις καλές γεωμετρίες των αστικών πράξεων στις κυψέλες του καπιταλιστικού τοπίου, εδώ στα εκσυγχρονισμένα κέντρα του γραφειοκρατικού πράττειν. Όλα είναι μερικές εστιάσεις της ασύλληπτης μη-ολότητας, παρερμηνείες δήθεν ολοκληρωμένης αντίληψης περί του όλου, σε μια όμως ευρεία βιόσφαιρα του υπερπέραντος που χάσκει ανοιχτή ως το προαιώνιο ρήγμα μιας φαντασιακής ατέλειας, για να περάσουν νέα κύματα ριζοσπαστικής φανέρωσης από ευρύτερους κόσμους, νέου τύπου νομοθετήσεις!
Έτσι να σκέφτεσαι την κάθε φορά που βλέπεις άγνωστο ιπτάμενο αντικείμενο κι αν με τα όρια της λογικής σου παίζει.

  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου